λάθος

(I)
το, πληθ. και λάθια (AM λάθος)
νεοελλ.
φρ. α) «τυπογραφικό λάθος» — σφάλμα σε έντυπο κείμενο που οφείλεται σε αβλεψία τού τυπογραφείου, σε αντιδιαστολή με το σφάλμα που οφείλεται στον συγγραφέα, αλλ. παρόραμα
β) «κατά λάθος» ή «εκ λάθους» — χωρίς να τό επιδιώκει κάποιος, εκ παραδρομής, εσφαλμένα
γ) «κάνεις λάθος» ή «έχεις λάθος» — απατάσαι, δεν σκέφτεσαι σωστά
δ) «τα λάθη είναι για τους ανθρώπους» — είναι φυσικό στους ανθρώπους να κάνουν σφάλματα
(νεοελλ.-μσν.)
σφάλμα, πλάνη, αστοχία
μσν.
1. (ως επίρρ.) μάταια
2. φρ. «ἔρχομαι εἰς λάθος» — απατώμαι, ξεγελιέμαι
αρχ.
το να διαφεύγει κάποιος ή κάτι την προσοχή κάποιου («εἰ λάθος ἔσται μου τῷ δρασμῷ»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. τού ρ. λανθάνω (< θ. λαθ-, πρβλ. αόρ. β' -λαθ-ον)].
————————
(II)
λᾱθος, τὸ (Α)
(δωρ. τ.) βλ. λήθος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λᾶθος — neut nom/voc/acc sg λῆθος neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάθος — escape from detection neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάθος — [латос] ουσ. о. ошибка …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • λάθος — το σφάλμα, άστοχη ενέργεια, πλάνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λάθει — λάθος escape from detection neut nom/voc/acc dual (attic epic) λάθεϊ , λάθος escape from detection neut dat sg (epic ionic) λάθος escape from detection neut dat sg λά̱θει , λᾶθος neut nom/voc/acc dual (attic epic) λά̱θεϊ , λᾶθος neut dat sg (epic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαθῶν — λάθος escape from detection neut gen pl (attic epic doric) λᾱθῶν , λᾶθος neut gen pl (attic epic doric) λᾱθῶν , λήθη forgetting fem gen pl (doric) λᾱθῶν , λῆθος neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάθιος — λάθος escape from detection neut gen sg (doric) λά̱θιος , λᾶθος neut gen sg (doric) λά̱θιος , λῆθος neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντικρίζω — (λάθος το αντικρύζω), ίκρισα 1. είμαι αντικρύ, βλέπω από αντικρύ: Από το σπίτι μου αντικρίζω την Ακρόπολη. 2. αντιμετωπίζω (ανάγκες κτλ.): Με δυσκολία αντικρίζω τα έξοδά μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γραμματόσημο — Χάρτινο ένσημο που βεβαιώνει ότι πληρώθηκε ένα ποσό σε αντάλλαγμα του οποίου η ταχυδρομική υπηρεσία αναλαμβάνει να μεταφέρει ένα γράμμα, ένα δέμα ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο στον προορισμό του. Ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται,… …   Dictionary of Greek

  • Modern Greek grammar — Main article: Modern Greek The grammar of Standard Modern Greek, as spoken in present day Greece and Cyprus, is basically that of Demotic Greek, but it has also assimilated certain elements of Katharevousa, the archaic, learned variety of Greek… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.